ιστοριες

 O Μάγκας

Ο Μάγκας

Στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, κοντά σε μια πλούσια ελληνική οικογένεια, των αρχών του αιώνα μας ζει ο Μάγκας, ένα σκυλάκι ράτσας, πολύ καλομαθημένο. Κάποια στιγμή αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι των ιδιοκτητών του αλλά αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της νέας του ζωής. Εκεί θα τον συντροφέψει ένα άλλο σκυλί που ζει αδέσποτο στους δρόμους. Ο Μάγκας όμως δεν αντέχει για πολύ αυτή τη ζωή και έτσι αποφασίζει να επιστρέψει κοντά στους δικούς του. Αργότερα, θα συντροφέψει το νεαρό κύριό του στην Ελλάδα και μαζί του θα λάβει μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα. 

 

 

 Φεγγαροντυμένη

http://www.edutv.gr/component/k2/item/63-ratsismos-ksenofovia-sti-zymaroxora

http://e-didaskalia.blogspot.gr/2014/09/clark-1939.html

Το παραμύθι της εβδομάδας: Ο σπόρος της αγάπης!

Σάββατο, 08 Μαρ 2014 11:00 Το παραμύθι της εβδομάδας

Το παραμύθι της εβδομάδας: Ο σπόρος της αγάπης!

Η γιαγιά του Λευτέρη και της Μαρίας  κάνει θαύματα με τα φυτά! Έτσι έλεγαν όλες οι φίλες της μαμάς, κι όλες οι φίλες της γιαγιάς και όλες οι γειτόνισσες!

«Κυρία Νίτσα, πότε να κλαδέψω την τριανταφυλλιά μου;», ρωτούσε η μία.
«Από το Γενάρη αν δεν κάνει πολλά κρύα, διαφορετικά το τέλος Φλεβάρη οπωσδήποτε!» απαντούσε η γιαγιά Νίτσα.
«Τι να κάνω τη γλάστρα με τα χρυσάνθεμα τώρα που πέρασε η εποχή τους;», ρωτούσε μια άλλη.
«Να κλαδέψεις τα ξερά και να την ποτίζεις μια – δυο φορές την εβδομάδα όλο τον καιρό. Του χρόνου θα ξαναβγάλει λουλούδια!»
Η γιαγιά του Λευτέρη έμοιαζε να ξέρει τα πάντα. Πότε κλαδεύουμε, πόσο και κάθε πότε ποτίζουμε, πότε βάζουμε καινούρια φυτά. Κι ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες της κηπουρικής, που για τον περισσότερο κόσμο ίσως να μην είχαν και πολύ σημασία. Όμως, η γιαγιά Νίτσα έλεγε πάντα πως «κάθε τι όμορφο ομορφαίνει και τη ζωή μας», και μάλλον το έλεγε αυτό για τα λουλούδια της – εκτός από τα εγγόνια της φυσικά! Κι επειδή έδινε μεγάλη σημασία και στον κήπο και στις γλάστρες της, και τα φρόντιζε όλα πολύ, εκείνα της ανταπέδιδαν την αγάπη φορώντας τα  ωραιότερά τους χρώματα!
Στη μικρή αποθηκούλα της συνωστίζονταν ένα σωρό εργαλεία, μικρά και μεγάλα : τσάπες, σκαλιστήρια, τσουγκράνες, ειδικά ψαλίδια, ποτιστήρια, γάντια, φτυάρια. Του Λευτέρη και της Μαρίας τους άρεσε πάρα πολύ να παίζουν με όλα αυτά, ήταν όμως προσεκτικοί γιατί αν τραυματίζονταν  η γιαγιά θα στεναχωριόταν πάρα πολύ. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η γιαγιά τους φώναζε να τη βοηθήσουν.
«Βάλτε νερό στο μικρό ποτιστήρι και ρίξτε από λίγο στις γλάστρες που έχω πάνω στο τραπέζι. Είναι καινούριες και πρέπει να τις προσέχουμε. Μην ρίξετε πολύ!» τους έλεγε.
Τα παιδιά πραγματικά απολάμβαναν τα πρωινά της Κυριακής, που βοηθούσαν τη γιαγιά. Άλλαζαν μερικά φυτά σε μεγαλύτερες γλάστρες, τους έδειχνε πώς να κλαδεύουν ή ποια απόσταση θα πρέπει να έχουν οι βολβοί μεταξύ τους όταν τους φυτεύουν, πώς να καθαρίζουν τον κήπο από τα «ζιζάνια» – αν και, τους πήρε πολύ καιρό να καταλάβουν πως τα «ζιζάνια» είναι οι διάφορες πρασινάδες που φυτρώνουν άτακτα γύρω από τα φυτά της γιαγιάς και τα εμποδίζουν να αναπτυχθούν κανονικά. Γιατί βλέπετε, η γιαγιά φώναζε και τους ίδιους «ζιζάνια», επειδή έκαναν αρκετές σκανταλιές κι ήταν άταχτοι τις περισσότερες φορές!
Desktop2
Ζιζάνιο ή όχι, τα χέρια του Λευτέρη δούλευαν με αξιοσύνη – όπως πάλι έλεγε η γιαγιά Νίτσα – σε ό,τι κι αν του έδινε να κάνει στον κήπο της. Ο ίδιος ήταν πολύ περήφανος που τα κατάφερνε και που του έδιναν όλοι ένα σωρό επαίνους. Η Μαρία από την άλλη  χαιρόταν γιατί μπορούσε να φτιάχνει μπουκέτα από όμορφα λουλούδια και να τα πηγαίνει το μεσημέρι στη μαμά της. Το πρόσωπο της μαμάς φωτιζόταν από το πιο ζεστό της χαμόγελο και φρόντιζε πάντα να βάζει το μπουκέτο της στη μέση του τραπεζιού, χρησιμοποιούσε μάλιστα το πιο καλό της βάζο. Ούτε καν του έκανε ποτέ παρατήρηση για τα λερωμένα ρούχα και τα λασπωμένα παπούτσια τους – κι η αλήθεια είναι πως, σχεδόν πάντα, γύριζαν από τη γιαγιά με τα ρούχα τους στο κακό τους το χάλι. Αλλά κανέναν δεν ένοιαζε αυτό, ούτε καν τη μαμά!
Τώρα που ο χειμώνας φτάνει στο τέλος του, η γιαγιά Νίτσα έχει πολλές δουλειές να κάνει στον κήπο της – προετοιμάζοντας και βοηθώντας όλα της τα φυτά για την άνοιξη που έρχεται. Έχει, όπως λέει, «φούριες». Και ποιοι θα μπορούσαν να είναι καλύτεροι βοηθοί από το Λευτέρη και τη Μαρία; Έτσι, ειδοποίησε πως την Κυριακή θα δούλευαν μαζί όλη μέρα, και πως θα καθυστερούσαν πολύ να γυρίσουν σπίτι του. Να μην τους περιμένουν για φαγητό.
Η μαμά λοιπόν, πήγε τα παιδιά  από νωρίς το πρωί – αν και τα  καημένα ήθελαν να χουζουρέψουν λιγάκι ακόμη. Και τους πήγε κι ένα βουνό με σάντουϊτς, για να έχουν κάτι να φάνε στα διαλείμματα της δουλειάς τους, και φρέσκο χυμό πορτοκάλι για να δροσίζονται. Κι επειδή ήταν σίγουρη πως τα ρούχα τους θα γίνονταν χάλια, προέβλεψε να βάλει στο σακίδιό τους και μια αλλαξιά επιπλέον.
Η γιαγιά τον περίμενε πανέτοιμη. Η αλήθεια είναι πως η γιαγιά Νίτσα, όταν έκανε δουλειές στον κήπο της, γινόταν πιο … «χρωματιστή» κι από τα λουλούδια της. Φορούσε μαντήλι στα μαλλιά, για να μην τα λερώνει, που από μόνο του είχε ένα σωρό ζωηρά χρώματα, και, σα να μην έφτανε αυτό, αρκετά τσουλούφια ξέφευγαν και πετούσαν γύρω – γύρω στο κεφάλι της σαν πεταλούδες. Και τι να πει κανείς για την ποδιά της, που ήταν γεμάτη τσέπες και τσεπάκια, φορτωμένα με διάφορα πράγματα που θα της χρειάζονταν; Πολύ γούστο έκαναν ο Λευτέρης και η Μαρία με όλα αυτά. Η γιαγιά τους έτσι ντυμένη έμοιαζε με κοριτσάκι του νηπιαγωγείου!
Desktop2
«Σήμερα θα κάνουμε μια δουλειά πολύ σημαντική», του είπε η γιαγιά. «Θα φυτέψουμε μικρούς σπόρους από διάφορα φυτά, που, όταν μεγαλώσουν, θα τα κάνουμε σαλάτα ή θα τα χρησιμοποιήσουμε σαν μυρωδικά για να νοστιμίσουν τα φαγητά μας».
«Δηλαδή, γιαγιά;»ρώτησε η Μαρία.
«Κοίτα αυτά τα μικρά πλαστικά ποτηράκια. Θα βάλουμε μια χούφτα χώμα στο καθένα και εκεί, πολύ απαλά και προσεκτικά, θα ρίξουμε τα σποράκια. Σε αυτό το σακουλάκι, έχω βάλει τους σπόρους για τα μαρούλια». Της  έδωσε το σακουλάκι. «Θα ρίξεις 2-3 σε κάθε ποτηράκι με χώμα, και μετά λίγο νεράκι. Θα τους ρίχνω κι εγώ νερό, κάθε δυο μέρες. Την επόμενη εβδομάδα θα έχουν ξεπεταχτεί μερικά μικρά μαρουλάκια».
«Και πώς θα μεγαλώσουν γιαγιά;»πετάχτηκε ο Λευτέρης.
«Θα τα μεταφυτεύσουμε!»
Του Λευτέρη τα μάτια μεγάλωσαν από την έκπληξη. Αυτό θα ήταν κάτι που δεν έχει ξανακάνει και καλά – καλά δεν καταλάβαινε τι πάει να πει. Αλλά η γιαγιά  Νίτσα δεν θα τον άφηνε με την απορία.
«Δηλαδή», του είπε, «θα τα βγάλουμε από τα ποτηράκια και θα τα φυτεύσουμε στον κήπο. Να, βλέπεις εκείνη την άκρη που την έχω σκάψει πολύ καλά και το χώμα είναι αφράτο; Εκεί θα τα βάλουμε το ένα δίπλα στο άλλο, για να μεγαλώσουν με την ησυχία τους! Αυτή η διαδικασία, λέγεται μεταφύτευση.»
«Και τι θα βάλουμε στις χρωματιστές γλάστρες γιαγιά;» Ο Λευτέρης  ήταν ανυπόμονος. Όπως όλα τα παιδιά! Ήθελε να τα μάθει όλα μεμιάς.
«Βασιλικό, δυόσμο, μαϊντανό, μαντζουράνα». Η γιαγιά γελούσε καθώς του τα έλεγε όλα αυτά πολύ γρήγορα. Ήταν σίγουρη πως τα μισά από αυτά δεν τα ήξερε.
«Τι είναι όλα αυτά γιαγιά;»(Μαρία)
«Είναι διάφορα μυρωδικά, που θα τα κόβουμε όποτε τα χρειαζόμαστε, για να προσθέτουμε γεύση και άρωμα και νοστιμιά στα φαγητά μας. Γίνονται πολύ όμορφα και φουντωτά με τη σωστή περιποίηση».
Ο Λευτέρης θυμήθηκε τη φορά που η μαμά του τον έστειλε στη γιαγιά να φέρει φρέσκο δυόσμο να βάλει στους κεφτέδες. Μοσχομύριζε όλο το σπίτι μετά! Κι εκείνη η σάλτσα για τη μακαρονάδα, που της βάζουν πάντοτε βασιλικό και γλείφουν όλοι τα δάκτυλά τους μετά …. Μμμ…. Σκέτη μαγεία είναι! Τα παιδιά  χάρηκαν που φέτος εκείνα θα ήταν που θα φρόντιζαν όλα αυτά.
Δεν έχασαν λοιπόν καιρό κι έκαναν όλα όσα τους έδειχνε η γιαγιά με μεγάλη προθυμία. Τα μικρά, παιδικά τους χεράκια, ήταν τα πιο κατάλληλα γι’ αυτές τις λεπτές δουλειές. Καθόλου δε νοιαζόταν που γέμιζαν χώματα τα χέρια τους.Ο Λευτέρης τα σκούπιζε στα μπατζάκια του παντελονιού του και συνέχιζε.Η Μαρία μερικές φορές έτριβε το χώμα στα χέρια της για να δει από τι είναι καμωμένο. «Σίγουρα θα έχει μέσα κάτι μαγικό!», σκεφτόταν. «Κι αυτό το μαγικό κάνει τους σπόρους φυτά, λουλούδια, δέντρα».
Desktop2
Ο ήλιος άρχισε να νυστάζει… κι τα παιδιά με τη γιαγιά Νίτσα  είχαν κι άλλα πράγματα να κάνουν. Οι μικροί μας φίλοι έβλεπαν τη γιαγιά τους να συνεχίζει με κέφι όσα έκανε, και παρά την κούρασή τους, δεν παραπονέθηκαν ούτε λεπτό. Κόντευε απόγευμα πια, όταν η γιαγιά τους είπε «φτάνει, αρκετά κάναμε σήμερα!». Ήταν κι οι τρεις πολύ κουρασμένοι μα και πολύ ευχαριστημένοι.
Η γιαγιά τους  έστυψε χυμό πορτοκάλι και για τον εαυτό της έφτιαξε ένα από εκείνα τα περίπλοκα «ροφήματα» με βότανα, που τόσο αγαπούσε. Ο Λευτέρης νόμιζε πως θα διαλυθεί, έτσι όπως είχαν καθίσει δίπλα – δίπλα στον καναπέ και μασούλιζαν και τα σάντουϊτς της μαμάς του.
Η γιαγιά Νίτσα  έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς της έναν – ακόμα! – σπόρο. Μεγάλο, σαν κουκούτσι. Τον κράτησε απαλά στη χούφτα της και τον έδειξε στα παιδιά.
«Τώρα που θα πάτε σπίτι σας, θα πρέπει να κάνετε μία τελευταία δουλειά»
«Κι άλλη;» Αν είναι δυνατόν! Η Μαρία καταπίνει με δυσκολία τη μπουκιά της. Πώς γίνεται αυτά να είναι τόσο κουρασμένα κι η γιαγιά να έχει κέφι ακόμη; Εκείνη δεν κουράζεται ποτέ;
«Είναι πολύ σημαντική δουλειά, η σημαντικότερη από όσες κάναμε σήμερα!» είπε η γιαγιά. «Αυτός ο σπόρος, που δεν είναι ούτε μεγάλος ούτε μικρός», συνέχισε βάζοντάς το στη χούφτα του Λευτέρη, «είναι … μαγικός!»
«Μαγικός;» Ο Λευτέρης ξέχασε την κούρασή του. Αλλά το σποράκι του φαινόταν ίδιο, ή σχεδόν ίδιο, με ένα σωρό άλλα που είχαν φυτέψει κατά καιρούς. Τι το μαγικό μπορούσε να έχει;
«Ναι, ναι, μαγικό!» Ο ενθουσιασμός της γιαγιάς ήταν μεταδοτικός. «Θα το φυτέψετε μαζί, όπως ξέρετε τώρα πια, και θα φροντίσετε να μην του λείψει νερό και ήλιος. Σε λίγο καιρό, θα φυτρώσει ένα λεπτό, πράσινο βλασταράκι».
«Έτσι δεν γίνεται με όλους τους σπόρους γιαγιά; Τους ζεσταίνει ο ήλιος, το νερό κάνει το χώμα τους αφράτο και μπορούν να τραφούν από τις θρεπτικές του ουσίες. Κι ολοένα μεγαλώνουν, μεγαλώνουν, μεγαλώνουν! Σαν τα παιδάκια! Έτσι δε μας είχες πει; Ποιο είναι λοιπόν το μαγικό;»
«Πολύ σωστή ερώτηση μικρέ μου εγγονέ! Γιατί, βλέπεις, αυτός ο σπόρος …. Όσο πιο πολύ τον αγαπάς, τόσο πιο πολύ θα μεγαλώνει. Θα γίνει δέντρο, μεγάλο, πολύ μεγάλο. Θα χαίρεσαι τα καινούρια του φύλλα κάθε άνοιξη και τα λουλούδια του. Τα φρούτα του και η σκιά του θα σε δροσίζουν το καλοκαίρι», είπε η γιαγιά κι είχε ένα ύφος πολύ μυστηριώδες.
Desktop2
«Τι φρούτα θα κάνει;» Η Μαρία  ήταν περίεργη για ένα σωρό πράγματα. Πότε θα μεγαλώσει; Θα γίνει πολύ ψηλό δέντρο; Θα κάνει πολλά φρούτα; Θα είναι νόστιμα;
«Μμμμ… το πιο σημαντικό είναι ότι, για να φτάσει να γίνει μεγάλο και να κάνει φρούτα νόστιμα, θα πρέπει να το αγαπάτε, να το φροντίζετε και να του μιλάτε!»
«Τι να κάνω λέει; Να μιλάω σε ένα βλαστάρι;» Πιο περίεργο πράγμα δεν είχε ακούσει ποτέ μου! Πώς είναι δυνατό να μιλάω σε κάτι που δεν μπορεί να μου απαντήσει; Δε μιλάνε τα δέντρα, σωστά;»
«Όχι, δε μιλάνε. Αλλά, σου ανταποδίδουν την αγάπη τους και μάλιστα με το παραπάνω. Τα φροντίζεις και σε φροντίζουν. Θα σου χαμογελάει με κάθε διαφορετικό φυλλαράκι του, θα σε γλυκαίνει με κάθε φρούτο του. Θα σου χαϊδεύει τα μαλλιά όταν φυσά αεράκι. Δεν είναι όλα αυτά ικανά να δείξουν την αγάπη του;» ρώτησε η γιαγιά.
«Μα, τι πρέπει να κάνω;»
«Είπαμε, να το αγαπάς, να το φροντίζεις και να του μιλάς! Αυτό θα σε ακούει και θα χαίρεται και θα σου δίνει απλόχερα όσα περισσότερα μπορεί!»
Ο Λευτέρης και η Μαρία  σκέφτηκαν για λίγο σιωπηλοί. Μέχρι τώρα, φύτευαν και φρόντιζαν μαϊντανούς, δεντρολίβανα, γεράνια, μαντζουράνα, ρίγανη. Τώρα, ένα ολόκληρο δέντρο θα γινόταν δικό τους. Φιλαράκι τους. ΘΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ!!!! Αν αυτό δεν ήταν μαγικό, τι θα μπορούσε να είναι;
Πριν φύγουν, ρώτησαν τη γιαγιά: «Και πώς τον λένε αυτό το σπόρο γιαγιά;»
Κι εκείνη του απάντησε : «είναι ο σπόρος της αγάπης!»
Τα παιδιά αγκάλιασαν τη γιαγιά τους και την έσφιξαν πολύ – πολύ. Τους έκανε ένα υπέροχο δώρο. Τους έδωσε την αγάπη της κλεισμένη σε ένα τόσο δα κουκούτσι. Ήταν σίγουροι πως αυτό το συγκεκριμένο κουκούτσι δεν θα αργούσε να μεγαλώσει και να γίνει πολύ όμορφο δέντρο, μάλιστα θα ήταν το ωραιότερο από όλα τα άλλα. Γιατί θα γεννιόταν από τον σπόρο της αγάπης! Αυτής της μαγικής, ατέλειωτης, αξεπέραστης αγάπης γιαγιάς και εγγονιών!!

Το χαρούμενο λιβάδι

Tι γυρεύει μια κατακόκκινη παπαρούνα μέσα σ’ ένα λιβάδι με κάτασπρες μαργαρίτες; Η διαφορά θα τους επιτρέψει να ζήσουν αρμονικά; Η ταινία μέσα από το παραμύθι προβάλλει το θέμα του ρατσισμού και δίνει τα κατάλληλα ερεθίσματα για συζήτηση και διαμόρφωση αξιών. Τα παιδιά ξεναγούνται στις σελίδες του βιβλίου από τη συγγραφέα του.

/

Αυτά τα Χριστούγεννα ένας ποντικούλης, ο Τρωκτικούλης θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να πραγματοποιήσει το όνειρό του, να αγγίξει ένα αστέρι. Θα τα καταφέρει τελικά η έχει δίκιο ο παππούς του που του λέει πως αυτό είναι αδύνατο;Τρυφερό ,γλυκό, παραμύθι που μιλάει στις καρδιές όλων μας

 

Ακρόπολη – Εικονική Περιήγηση

http://acropolis-virtualtour.gr/acropolisTour.html

O προκομμένος

 Tην άνοιξη
Ω τι μέρα μαγική! τι αθάνατη λιακάδα!
λες και την έκανε ο Θεός μόνο για την Ελλάδα.
Θα έβγω έξω στους αγρούς, θα πέσω στο γρασίδι,
θα φάγω τρυφερούς βλαστούς, σαν πρόβατο, σα γίδι.
Tι θεία τεμπελιά!

Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
Tο καλοκαίρι

Tι ζέστη ανυπόφορη, τι σύννεφ’ από σκόνη,
που έξω από το σπίτι του όποιον ευρεί στραβώνει.
Tι λάβρα, τι αντηλιά!
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
Tο φθινόπωρο

Ω τι ατέλειωτη βροχή, τι λάσπη, τι κακό,
τι υγρασία, τι σκοτεινιά! Mε πιάνει νευρικό…
Mου έρχεται στο σβέρκο μου να δέσω μια θηλειά.
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
Tον χειμώνα
Tι ξεροβόρι! πώς χτυπούν τα κατωσάγωνά μου!
τρέμω σαν ψάρι, δεν μπορώ να βγω απ’ το πάπλωμά μου.
Tι ρίγος και τι τούρτουρο! μου πάγωσε η μιλιά.
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s